του Τάση Παπαϊωάννου, αρχιτέκτονα-ομότιμου καθηγητή Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
Σοβάδες της μνήμης
Η πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπτύσσεται, εξελίσσεται και μετασχηματίζεται διαρκώς μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Είναι η χωρική έκφραση της ζωής των κατοίκων της, που αποτυπώνεται πάνω σε κτίρια, δρόμους, πλατείες, πάρκα, σε κάθε φανερή και αφανή γωνιά της. Η πόλη φέρει μέσα στο σώμα της τη συσσωρευμένη μνήμη όλων των ιστορικών της περιόδων, ένα ιδιόμορφο παλίμψηστο όπου η μία εποχή επικάθεται πάνω ή στέκει πλάι στην άλλη.
Περπατάμε στους δρόμους της Αθήνας περνώντας δίπλα από κτίσματα διαφορετικών εποχών: παλιά αθηναϊκά, νεοκλασικά, μεσοπολεμικά, νεότερα. Κτίρια που το καθένα διηγείται την ιστορία της δικής του εποχής, την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν μέσα τους στο παρελθόν. Ζούμε σε μια μοναδική πόλη με ιστορία χιλιετιών μεγάλων πολιτισμών του παρελθόντος, που άφησαν πάνω στο σώμα της συγκλονιστικά ερείπια.
Αυτή είναι η μοναδικότητά της, η ομορφιά της, καθώς η ζώσα ιστορία της συνεχίζει αδιάλειπτη μέσα στο διάβα των αιώνων. Ιστορία περασμένων γενεών που άφησαν τα δικά τους σημάδια πάνω στους τοίχους των κτιρίων, όσων φυσικά υπάρχουν ακόμη και δεν γκρεμίστηκαν από την κερδοσκοπική βουλιμία της εργολαβικής μπουλντόζας και της άπληστης αντιπαροχής. Ωρες - ώρες έχεις την αίσθηση ότι ενώ ζεις στο παρόν, κάτι απροσδιόριστο σε συνδέει μυστηριωδώς με αυτό που έχει υπάρξει στο πολύ μακρινό παρελθόν, σαν να συρρικνώνεται ο χρόνος και να συμπυκνώνεται σ’ ένα άχρονο σήμερα.
Είναι πολλά τα παλιά κτίρια που στέκουν ακατοίκητα και ξεχασμένα στο κέντρο, αλλά και στις γειτονιές της Αθήνας. Μένουν ασυντήρητα και αφρόντιστα και σιγά σιγά καταρρέουν, αφού κανείς δεν νοιάζεται για την προστασία και τη σωτηρία τους, κι ας έχουν κριθεί –τα περισσότερα εξ αυτών– διατηρητέα από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Κι ας υπάρχει το τεράστιο στεγαστικό πρόβλημα που έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις τα τελευταία χρόνια. Την ίδια ώρα που πληθαίνουν οι άστεγοι συμπολίτες μας οι οποίοι ζουν σε χαρτόκουτα στο δρόμο, δίπλα σε αδειανά σπίτια με σφαλισμένα παράθυρα και τσιμεντόλιθους στις πόρτες τους, χιλιάδες σπίτια στην πρωτεύουσα που ανήκουν (τι ειρωνεία!) στο Δημόσιο, στην Εκκλησία, σε κοινωφελή ιδρύματα παραμένουν αδειανά και νεκρά.
Εγκαταλείποντας τα παλιά κτίρια και αφήνοντάς τα στη φθορά του χρόνου, είναι σαν να βυθίζεις στη λήθη κι αυτό που συμβολίζουν μέσα στον αστικό ιστό. Ιστορικά γεγονότα που συντάραξαν τη σύγχρονη ιστορία της, όπως είναι, για παράδειγμα, οι οπές από τις σφαίρες και τις οβίδες πάνω στους σοβάδες των προσόψεων, από τις οδομαχίες του Δεκέμβρη του ’44. Σημάδια που λειτουργούν ως «σιωπηλά» τεκμήρια - μαρτυρίες πάνω στις πολυκαιρισμένες όψεις των κτιρίων, αφηγούνται τις τραυματικές εμπειρίες της νεοελληνικής κοινωνίας καθορίζοντας τη συλλογική μνήμη της. Τις «ενοχλητικές» εκείνες μνήμες που στοιχειώνουν τη σύγχρονη ιστορία και τις οποίες τελευταία κάποιοι θέλουν διακαώς να αναθεωρήσουν και να παραχαράξουν, σπρώχνοντάς τις για πάντα στη λήθη.
Εχει τεράστια σημασία, λοιπόν, με ποιον τρόπο συντηρούμε τα κτίρια των παλαιότερων εποχών, πόσο μάλλον αυτά που έχουν χαρακτηριστεί ιστορικά και αρχιτεκτονικά μνημεία. Διατήρηση και προστασία δεν σημαίνει αφαίρεση των παλαιών υλικών και αντικατάστασή τους με σύγχρονα. Δεν σημαίνει ούτε κι αλόγιστη χρήση οικοδομικών μεθόδων που ναι μεν «ανακαινίζουν» τα κτίρια, αλλά παράλληλα αλλάζουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, αλλοιώνοντας την ιστορική και συμβολική ταυτότητά τους. Το νομικό πλαίσιο είναι γνωστό εδώ και χρόνια τόσο από τις διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η χώρα μας όσο και από τη σχετική νομολογία που ισχύει στον τόπο μας.
Τα υλικά και τα χρώματα που οφείλουμε να επιλέγουμε σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να είναι παρόμοια και συμβατά με αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την αρχική κατασκευή (π.χ. κονιάματα παρόμοιας σύστασης με τα αρχικά). Την ίδια στιγμή θα πρέπει να υπάρχει διακριτική διαφοροποίηση των νέων οικοδομικών επεμβάσεων από τις παλαιότερες, προκειμένου να αντιλαμβάνεται κανείς (τώρα αλλά και στο μέλλον) τις νέες επισκευές ως ξεχωριστές φάσεις της ιστορικής στρωματογραφίας των μνημείων.
Ισως γι’ αυτό προξενούν κατάπληξη οι πρόσφατες και ακατανόητες ανακοινώσεις της Περιφέρειας Αττικής για τον τρόπο ανακαίνισης και «εξωραϊσμού» των Προσφυγικών της Αλεξάνδρας, με πρόσχημα την επαναχρησιμοποίησή τους ως χώρων δήθεν κοινωνικής κατοικίας και ξενώνων φιλοξενίας των ασθενών του νοσοκομείου Αγ. Σάββας. Εκτός από την απαράδεκτη πρόθεσή της να προχωρήσει στη βίαιη εκκένωση των πολυκατοικιών από τους κατοίκους που ζουν εκεί με τον αναπόφευκτο ξεριζωμό τους, αμφιλεγόμενες είναι και οι αρχιτεκτονικές επεμβάσεις που προτίθεται να κάνει πάνω στο μνημείο, στοχεύοντας πονηρά στα κοινωνικά αντανακλαστικά των Αθηναίων.
Συνοπτικά, προβλέπεται η καθαίρεση όλων των εξωτερικών και εσωτερικών επιχρισμάτων των λίθινων φερόντων τοίχων, η τοποθέτηση νέων ενισχυμένων επιχρισμάτων, αλλά και η ολοσχερής καθαίρεση και ανακατασκευή των πλακών των δωμάτων, μαζί και των πλυσταριών που υπάρχουν στις ταράτσες και των περιμετρικών στηθαίων! Οικοδομικές εργασίες μεγάλης κλίμακας, που εφόσον ολοκληρωθούν δεν θα μείνει τίποτε που να θυμίζει την παλαιότητά τους και την ιστορική διαδρομή τους μέσα στα χρόνια!
Εκτεταμένες επεμβάσεις, δηλαδή, οι οποίες θα αλλοιώσουν εντελώς τον αυθεντικό χαρακτήρα των προσφυγικών πολυκατοικιών, τον λόγο, δηλαδή, για τον οποίο κρίθηκαν διατηρητέες, εξαφανίζοντας για πάντα την πατίνα και τα ίχνη που έχει εναποθέσει ο χρόνος πάνω τους. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με την άκρως αντικοινωνική απόφαση για το ξεσπίτωμα απροστάτευτων κοινωνικών ομάδων, αλλά και τη διάλυση της υποδειγματικής αυτοοργανωμένης κοινότητας που έχουν δημιουργήσει εκεί, ακυρώνεται στην πράξη η τωρινή λειτουργία τους ως το μοναδικό συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας που έχει απομείνει ζωντανό σήμερα. Και την ίδια στιγμή ακυρώνεται και εξαλείφεται οριστικά η ανεκτίμητη συμβολική και ιστορική αξία που έχουν για τη συλλογική μνήμη των κατοίκων της Αθήνας!
Ή μήπως αυτός είναι άραγε ο βαθύτερος και ανομολόγητος στόχος της Περιφέρειας και της κυβέρνησης της Ν.Δ.;